Όλοι οι παίχτες κατευθύνονται τρέχοντας να χωθούν προς ένα δάσος. Ο αστυνομικός έχει φωνάξει ενισχύσεις και έρχονται κι άλλοι. Βραδιάζει και αρχίζει να βρέχει. Αυτοί τρέχουν πανικόβλητοι για να κρυφτούν μέσα στο μαύρο σκότος. Φοράνε όλοι τα ρούχα που φορούσαν στο πάρτι. Σκοντάφτουν, πατάνε κλαδιά, τρώνε σαβούρες και γενικά κατακρεουργούνται λίγο γιατί κάνει και πάρα πολύ κρύο. Μετά από ώρα που τους έχουν χάσει οι αστυνομικοί, βλέπουν μέσα στη μαυρίλα φωτάκια. Πλησιάζουν και παρατηρούν ξύλινα σπιτάκια. Είναι ένα καταφύγιο.
Χτυπάνε την πόρτα και ο φύλακας(τον λένε Frank, φαίνεται καλούλης και λίγο χαζούλης) τους βοηθάει και τους προσφέρει ένα δωμάτιο. Ξεκουράζονται και την επόμενη μέρα συζητάνε λίγο για τα στοιχεία που έχουν, ενώ ο Vincent(μουσικός) που βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση από όλους έχει πάει με τον Frank στη κοντινή πόλη Apeldoorn να ψωνίσει για όλους ρούχα.
Στην πόλη παρατηρεί ότι υπάρχει αρκετή αστυνόμευση. Εν τω μεταξύ στο καταφύγιο, η Hannah προσπαθεί στον αρχαίο υπολογιστή του καταφυγίου να βγάλει μία άκρη με με το password του αρχείου που βρίσκεται στο φλασάκι.
Την ώρα που προσπαθεί να βρει τον κωδικό η ανοιχτή τηλεόραση που βρίσκεται στο σαλονάκι δίνει πληροφορίες για τους εξαφανισμένους του πάρτι, για τη ζωή τους τις οικογένειές τους κτλ. Αναφέρεται ο επιχειρηματίας και ο καθηγητής της. Η Hannah βλέπει πλάνα από το ανακατωμένο γραφείο του καθηγητή της στο πανεπιστήμιο του KTH και παρατηρώντας καλύτερα βλέπει μία αφίσα του Ρακιτζή(ο καθηγητής είναι μεγάλος φαν – χάλια τρολλάρισμα στους παίχτες). Το password είναι s.a.g.a.p.o.(χοαυοχυαοχυα). Το αρχείο ανοίγει και τρέχει ένας κώδικας σε infinite loop. Με τα μέσα που έχει δεν μπορεί να τον σταματήσει.
Χρειάζεται τον υπολογιστή της.
Οι άλλοι ψάχνουν στοιχεία στο internet για το όνομα Amelisaba Dhakarai, που τους δείχνει ότι ήταν ένας ευγενής του 18-19ου αιώνα στην Αίγυπτο. Ταυτόχρονα ψάχνουν για το σύμβολο του τατουάζ(ένα τριγωνάκι με ένα μάτι στο εσωτερικό του) και παραπέμπονται σε ένα βιβλίο “The Nameless Cults of the Middle East” το οποίο τυχαίνει να έχει γράψει ένας Ολλανδός συγγραφέας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Delft. Η Ayse που έχει κάνει σπουδές πάνω στην Μέση Ανατολή τον είχε γνωρίσει παλιά σε ένα συνέδριο που είχε πάει πριν ένα χρόνο.
Βρίσκει το τηλέφωνό του και επικοινωνεί μαζί του για να τους δώσει το βιβλίο. Ο καθηγητής απορεί που γνωρίζουν το βιβλίο αυτό γιατί είναι από τα πρώτα βιβλία που είχε γράψει, είναι εκδόσεις πανεπιστημιακές με ελάχιστα αντίγραφα κ μάλιστα είχε απαγορευθεί λόγο περιεχομένου η επανέκδοση του.
Τους ρωτάει τι το θέλουν και αυτοί ισχυρίζονται ότι θέλουν να κάνουν μία εκδήλωση από την τουρκική πρεσβεία πάνω στις θρησκευτικές οργανώσεις της Μέσης Ανατολής. Δεν τους πολυπιστεύει και τους ρωτάει ανυπόμονα που βρίσκονται. Του λένε ότι είναι στο Apeldoorn και τους λέει ότι θα τους βρει στο σταθμό του τραίνου στις 8. Αυτοί προσπαθούν να τον μεταπείσουν ότι θα έρθουν εκείνοι σε αυτόν αλλά αυτός επιμένει.
Αποφασίζουν να τα μαζέψουν και να φύγουν να πάνε στο σταθμό.
Στο σταθμό βγαίνει ένας μεγάλος σε ηλικία κυριούλης με μπαστουνάκι. Η Ayse τον αναγνωρίζει . Τον πλησιάζει. Όλοι οι άλλοι βρίσκονται σε κοντινές αποστάσεις. Ο σταθμός είναι σχεδόν άδειος γιατί η πόλη είναι μικρή και είναι σχετικά αργά. Ο συγγραφέας της λέει ότι ξέρει ότι του λέει ψέματα γιατί πήρε τηλέφωνο στην τουρκική πρεσβεία και δεν γνώριζαν τίποτα για μία τέτοια εκδήλωση. Τους λέει ότι μπορεί να τους βοηθήσει γιατί μάλλον έχουν μπλέξει.
Εκείνη την ώρα πριν προλάβει να πει περισσότερα, την ώρα που περνάει και το επόμενο τρένο, βλέπει 3 σκατόφατσες να κατευθύνονται προς το μέρος τους. Ο κυριούλης την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια και μπαίνει στο τραίνο. Οι τρεις άντρες την πέφτουν στην Ayse. Οι υπόλοιποι τρέχουν να βοηθήσουν. Πέφτει λίγο ξύλο, γίνεται φασαρία και ο φύλακας του σταθμού έρχεται προς το μέρος τους. Οι τρεις άντρες τρέχουν και φεύγουν.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.